Αποκλειστικές χωρίς πτυχίο και άδεια στο Αττικόν – Δικογραφία για 14 γυναίκες

Επιχείρηση της Αστυνομίας στο Αττικό Νοσοκομείο οδήγησε στη σύλληψη 14 γυναικών που εργάζονταν παράνομα ως αποκλειστικές νοσοκόμες, χωρίς άδεια και βιβλιάρια υγείας.
Επιχείρηση της Αστυνομίας πραγματοποιήθηκε την Τρίτη (4/11) στο Αττικό Νοσοκομείο, όπου συνελήφθησαν 14 γυναίκες που εργάζονταν παράνομα ως αποκλειστικές νοσοκόμες, χωρίς τις απαιτούμενες άδειες και πιστοποιήσεις.

Χωρίς πτυχίο και άδεια παραμονής
Σύμφωνα με την Αστυνομία και τη διοίκηση του Νοσοκομείου, οι συλληφθείσες δεν διέθεταν πτυχίο Σχολής Νοσοκόμων, άδεια άσκησης επαγγέλματος, βιβλιάρια υγείας, ούτε ήταν εγγεγραμμένες στο μητρώο αποκλειστικών νοσοκόμων. Από τις 14 γυναίκες, οι πέντε ήταν αλλοδαπές από τη Γεωργία χωρίς νόμιμη άδεια παραμονής στη χώρα.
Οι έλεγχοι έγιναν από το Αστυνομικό Τμήμα Χαϊδαρίου, σε συνεργασία με τη διοίκηση του νοσοκομείου, στο πλαίσιο δράσεων για την αντιμετώπιση της παράνομης απασχόλησης στον χώρο της Υγείας.

Ζημία για Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία
Όπως επισημαίνουν αστυνομικές πηγές, η παράνομη άσκηση του επαγγέλματος της αποκλειστικής νοσοκόμας στερεί έσοδα από το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, αφού δεν εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ούτε καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Παράλληλα, δημιουργείται άνισος ανταγωνισμός προς τις νόμιμες αποκλειστικές, που εργάζονται με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και υποχρεώσεις.

Δικογραφία και εισαγγελική ενημέρωση
Σε βάρος των 14 γυναικών σχηματίστηκε δικογραφία, ενώ ενημερώθηκε σχετικά ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών. Η Αστυνομία διερευνά αν οι συλληφθείσες είχαν απασχοληθεί και σε άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα της Αττικής.
Ανάλογες επιχειρήσεις στο Αττικό Νοσοκομείο είχαν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν, με παρόμοια αποτελέσματα. Οι περισσότερες από τις γυναίκες που συλλαμβάνονταν τότε επικαλέστηκαν προϋπηρεσία σε δημόσια νοσοκομεία των χωρών καταγωγής τους, ενώ πολλοί συγγενείς ασθενών τις προτιμούν λόγω χαμηλότερης αμοιβής, σε σχέση με τις νόμιμες αποκλειστικές.
Το φαινόμενο παραμένει πρόβλημα με κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, για το οποίο οι αρχές τονίζουν ότι απαιτεί συνεχείς ελέγχους και συνεργασία με τις διοικήσεις των νοσοκομείων.